pspaalumni@yahoo.gr

Ο «μύθος» του δημοκρατικού ελλείμματος – Tο ζήτημα της ισηγορίας στην θεσμική ενωσιακή πολιτική

Σύλλογος Αποφοίτων τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ο «μύθος» του δημοκρατικού ελλείμματος – Tο ζήτημα της ισηγορίας στην θεσμική ενωσιακή πολιτική

Με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέκτησε περισσότερη εξουσία, ενισχύοντας τη δημοκρατική συνοχή στις λειτουργίες και τις εξωτερικές δράσεις της ΕΕ.

Γράφει η Δρ Βέρα Σπυράκου

Σύμφωνα με τους Στεφάνου και Καταπόδη, η εν λόγω Συνθήκη, «η Συνθ. ΕΕ αποδίδει στον πολίτη απευθείας πολιτικά δικαιώματα και παράλληλα ανάγει το σύνολο των πολιτών σε νομικό δήμο»[1]. Επίσης, η Συνθήκη της Λισσαβώνας προσφέρει τη δυνατότητα συμμετοχής των πολιτών έπειτα από την απαιτούμενη συλλογή ενός εκατομμυρίου υπογραφών· οι ευρωπαίοι πολίτες έχουν σχεδόν την ίδια επιρροή στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού δικαίου, όπως και στη διαμόρφωση του εθνικού δικαίου. [2] Επιπροσθέτως, η εκλογή του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έδωσε σημαντική ώθηση στην αντιμετώπιση μέρους του δημοκρατικού ελλείμματος.

Στο σημείο αυτό, χρήσιμο είναι να αναφέρουμε πως στη δημόσια συζήτηση χρησιμοποιείται εναλλακτικά και η έννοια «έλλειμμα αντιπροσώπευσης». Στη Συνθήκη της Λισσαβώνας, έγιναν σχετικά βήματα, όπως για παράδειγμα η πρόσβαση του πολίτη στις δημόσιες διαδικασίες, αλλά στα ανάλογα έγγραφα σε σχέση με τη νομοθεσία της ΕΕ. Άλλωστε το δημοκρατικό έλλειμμα θέτει τον προβληματισμό σχετικά με τον ίδιο τον θεσμό και τη φιλελεύθερη δημοκρατική θεωρία σε συνδυασμό με τα πολιτικά δικαιώματα, είτε κοινωνικά είτε ατομικά, και τα όρια της πολιτικής έκφρασης/ελευθεριών για το κατά πόσον η ΕΕ από τη στιγμή που δεν συνέρχεται ως κράτος-έθνος και δεν είναι άρα αμιγώς δημοκρατική, μπορεί να υπερβεί αυτή την πολιτική ασυμβατότητα.

Οι Bellamy και Castiglione προτείνουν μία διαφορετική προσέγγιση, αυτή του δημοκρατικού φιλελευθερισμού σύμφωνα με τη (νεο)ρεπουμπλικανική θεώρηση, προκειμένου να αντιμετωπιστεί συνολικά το δημοκρατικό κενό, είτε μεταξύ της ΕΕ και των πολιτών, είτε μεταξύ των εσωτερικών σχέσεων των κρατών-μελών. Συγκεκριμένα, επισημαίνουν πως το δημοκρατικό έλλειμμα εντοπίζεται στην έλλειψη συμμετοχής και η τάση κυριαρχίας των ισχυρότερων κρατών έναντι άλλων με μικρότερη δυναμική στο πλαίσιο της συγκυριαρχίας εντός της ενωσιακής σχέσης, οφείλονται σε αντίστοιχα τρεις εκδοχές: «στη σχετική απουσία οποιασδήποτε επιρροής από τον μέσο πολίτη στις αποφάσεις», «στην ύπαρξη ενός ομοσπονδιακού ελλείμματος» [3] και «στο συνταγματικό έλλειμμα, δηλαδή την έλλειψη οποιασδήποτε συστηματικής κανονιστικής και λαϊκής νομιμοποίησης των ευρωπαϊκών πολιτικών θεσμών».[4]

Το ίδιο το πολιτικό σύστημα, ήτοι ο αντιπροσωπευτικός δημοκρατικός θεσμός, είναι προβληματικό στην εφαρμογή του, όπως αυτό προκύπτει από την εκχωρούμενη ελευθερία στο κράτος αντί του πολίτη. Τα πολιτικά συστήματα-μορφώματα στις δυτικές κοινωνίες, είτε αντιπροσωπευτικά είτε δημοκρατικά υπό την προϋπόθεση της πολιτικής ελευθερίας του ατόμου, ή προαντιπροσωπευτικά, σε επίπεδο εφαρμοσιμότητας, χάνονται κατά κάποιον τρόπο στη «μετάφραση», απευθυνόμενα σε μία κοινωνική κατάσταση κρατικής κυριαρχίας δίχως τη συμμετοχή-συναπόφαση ενός συγκροτημένου «Δήμου».

Ο Weiler, μεταξύ άλλων, περιγράφει το δημοκρατικό έλλειμμα ως ένα πρόβλημα που απαντά μεταξύ της συνταγματικότητας και των ευρωπαϊκών θεσμών, παράγοντας ένα δικαιικό σύστημα οργάνωσης επικρατέστερο μεν, αλλά με προβληματικά δίκτυα αποφάσεων δε, [5]ενώ ο Τσάτσος το θέτει ως «πρόβλημα μετάφρασης» και τονίζει πως «η κύρια γλώσσα της σύγχρονης δημοκρατίας, η γραμματική της […] κινείται γύρω από το κράτος, το έθνος και τον λαό γύρω από τον Δήμο. Η ΕΕ δεν είναι κράτος» [6] αλλά θα μπορούσε να είναι ή να εξελιχθεί σε «Συμπολιτεία»; Το ζητούμενο είναι πώς η ΕΕ να είναι μία υπερδύναμη δίχως όμως να μετουσιωθεί σε ένα υπερέθνος, γεγονός που θα ήταν μία οπισθοδρόμηση στα εθνικά κράτη και της τάσης για κυριαρχία του παρελθόντος με τη δυναμική όμως της σημερινής εποχής. Αυτό δεν θα ήταν μόνο λάθος, αλλά ως εξέλιξη «εξαιρετικά επικίνδυνο»[7].

Χαρακτηριστική είναι, επίσης, η θέση του Weiler σχετικά με τη διαφορά της ευρωπαϊκής ταυτότητας και της εθνικής ταυτότητας, παρομοιάζοντας την πρώτη ως «πολιτισμό» και τη δεύτερη ως «έρως», τονίζοντας ωστόσο την αλληλεξαρτώμενη σχέση μεταξύ τους, υπενθυμίζοντας εμμέσως πλην σαφώς τη συνάφεια μεταξύ πολιτικής ιδιότητας και του απαραίτητου αν όχι ενθουσιασμού, τουλάχιστον ενός αισθήματος αναγνωρισιμότητας της ανάγκης για μία «στρατευμένη» συμμετοχή, έγκρισης και νομιμοποίησης, ελέγχου και προσαρμογής στο πλαίσιο ενός δίαυλου ευρωπαϊκής πολιτικής δημοκρατικοποίησης/εκδημοκρατισμού της σχέσης μεταξύ της ΕΕ και των πολιτών.

Στο Άρθρο 1 της ΣυνθΕΕ, η αναφορά «εκφράζοντας τη βούληση των πολιτών και των κρατών της Ευρώπης να οικοδομήσουν το κοινό τους μέλλον, το παρόν Σύνταγμα ιδρύει την Ευρωπαϊκή Ένωση», δεν επιβεβαιώνει παρά μόνο την όποια αποτυχία της καθολικής αποδοχής, και, όπως η Κανελλοπούλου υπογραμμίζει, «είναι το ξεκίνημα μιας μετάβασης: της μετάβασης από μία κοινότητα δικαίου, σε μία κοινότητα πολιτιστική, μία κοινότητα πεπρωμένου, άρα σε μία κοινότητα πολιτική».[8] Ο Τσάτσος, επίσης, δίνει τον πλήρη ορισμό, επεξηγώντας επακριβώς τη φύση και την εξέλιξη της ΕΕ επισημαίνοντας πως «η ενωσιακή τάξη αναδεικνύεται σε πρωτόγνωρη, πολυπεπίπεδη, έννομη κοινωνική συμβίωση» άρα συντρέχουν οι βάσεις για μία οργανωμένη «συνταγματική λειτουργία».[9]

Το παράδοξο του θέματος δεν είναι παρά το γεγονός πως το εν λόγω έλλειμμα δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, δίνοντας χώρο και πεδίο δράσης ως επί το πλείστον στις οριζόντιες δράσεις μεταξύ των κρατών-εθνών, «αυτοπροωθεί» την περαιτέρω ενοποίηση, χωρίς να απειλείται η κυριαρχία των συμμετεχόντων, αλλά ούτε να τίθεται θέμα μετακυριαρχικής συμπεριφοράς των δρώντων άρα και ανάγκη εδραίωσης ενός μεταρρυθμιστικού πλαισίου. Αυτό συνεπάγεται μία κάποια μορφή επιτυχίας, όσον αφορά τη νομική δημοκρατικότητα, η οποία συντρέχει με ή χωρίς την έγκριση-παρέμβαση-συμβολή των ευρωπαίων πολιτών, αλλά έγκειται αδιαμφισβήτητα στη λειτουργική δομή βάσει της οποίας στηρίχθηκε το ενωτικό σχέδιο από την απαρχή του.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, το πρόβλημα φαίνεται να είναι στον επικοινωνιολογικό και θεσμικό χώρο μεταξύ της αντιπροσώπευσης και της επαρκούς αντιπροσωπευτικότητας –με πολιτικούς όρους– και με τον αρνητικό αντίκτυπο στη δυναμική της πολιτικής ολοκλήρωσης και της κοινωνικής αποδοχής. Συνεπώς, μία αποτελεσματικότερη επανεξέταση των λειτουργιών και η θεμελίωση των αρχών της ΕΕ στη συνειδησιακή κατάσταση των πολιτών της με άμεσο τρόπο κρίνεται ως αναγκαία σημαίνουσα σύμφωνα με τις τρέχουσες εξελίξεις στον διεθνή χώρο.

Ο σύγχρονος ευρωπαϊκός χώρος καλείται να επανανακαλύψει ή να αναρρυθμίσει τους θεσμούς, ώστε να προστατεύει και να εδραιώνει και στο μέλλον το δημοκρατικό φαινόμενο, ως το ιδανικότερο μέχρι στιγμής, με υψηλό προσδόκιμο αποτελεσματικότητας απέναντι στις απαιτήσεις ενός παγκοσμιοποιημένου πολυσύνθετου και απαιτητικού περιβάλλοντος που αποσκοπεί στην από κοινού αντιμετώπιση και επίλυση καίριων ζητημάτων. Ο Sidjanski, αναζητώντας τις «χαμένες ευκαιρίες της πολιτικής ένωσης» [10], θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: «μπορούμε, λοιπόν, να δικαιολογήσουμε την απουσία της Ευρώπης στην αναζήτηση λύσεων στις διεθνείς συγκρούσεις με την απουσία εσωτερικών αρμοδιοτήτων στους τομείς που σχηματίζουν το αντικείμενο αυτών των συγκρούσεων;» και συνεχίζει σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «αν η Ευρώπη κατορθώσει να έχει ενιαίο λόγο στις διεθνείς υποθέσεις και να αυξήσει το διεθνές της κύρος με την κοινή διάθεση των ανθρώπινων και των υλικών πόρων, τίθεται τότε το ζήτημα κατά πόσον η ικανότητα επιρροής και πίεσης, το πολιτικό της κύρος μπορούν να της επιτρέψουν να παίξει έναν καθοριστικό ρόλο σε παγκόσμιο επίπεδο και ιδίως στις άλλοτε τεταμένες σχέσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης».[11]

Αν δεν θεωρηθεί ελάσσονος σημασίας το γεγονός πως το ευρωπαϊκό μωσαϊκό συγκροτείται από αλληλοσυναρτώμενα και αλληλοκαθοριζόμενα εθνικά μέρη, η κατανόηση του πολυπαραγοντικού φαινομένου της συνεξέλιξης των κρατών στους κόλπους μίας ευρύτερης κοινότητας πολιτικών συμφερόντων, είναι σαφέστερη. Το δίχως άλλο η αναφορά στο ηθικό πλαίσιο συγκρότησης του θεσμικού ρόλου της ΕΕ βρίσκεται πίσω στην απαρχή της δημιουργίας της, και στις θεωρητικές προσεγγίσεις που συνέβαλαν έως και σήμερα στην κατανόησή της, δίνοντας όμως χώρο για αμφισβητήσεις άρα και για την εξεύρεση λύσεων σε ό,τι επισημαίνει την ανάγκη για την κάλυψη του θεωρητικού κενού, που ενίοτε λειτουργεί ως τροχοπέδη στην αποτελεσματικότητά της.

Η «Ευρώπη ως ενότητα» και η «Ευρώπη ως Κοινότητα», κατά τον Weiler, έχουν ένα κοινό σημείο αφετηρίας, στο 1950 και τη Διακήρυξη Schuman που είχε ως αποτέλεσμα τη Συνθήκη του Παρισιού και την ίδρυση της Κοινότητας, που παρότι προτάσσουν την οικονομική και εμπορική συνεργασία των κρατών-μελών, έχει αποδειχθεί πως προάγουν εις βάθος της ενοποιητικής διαδικασίας επίσης, μία «μεταμορφωτική στρατηγική» με γνώμονα την ειρήνη μεταξύ των μελών, κυρίως της Γαλλίας και της Γερμανίας, ως «αντίδοτο» αλλά και ως της εξασφάλισης της εθνικής αυτονομίας και κυριαρχίας.[12]

Ως αποτέλεσμα, σκιαγραφώντας μέσω της μετάβασης και επίτευξης αυτής της εξαρχής διπλής προσέγγισης, την σημερινή Ευρώπη, η οποία στο πλαίσιο αυτό, δίχως να αμφισβητείται η κρατική εθνική κυριαρχία, αποβλέπει στην συνεργασία μέσω ενός ανανεωμένου δικαίου, επισημαίνοντας πως υπάρχει χώρος για νέες μορφές συγκυριαρχίας, ο οποίος βασίζεται στα πρότυπα του παρελθόντος όσον αφορά τα κράτη-μέλη, αλλά προσβλέπει σε μία εξελιγμένη μορφή ενότητας μεταξύ των κρατών-μελών, κατά το απώτερο πολιτικό του μέλλον. Η πολιτική ωρίμανση των εθνών-κρατών δεν είναι μία δεδομένη συνθήκη, αλλά μία κατάσταση κοινωνικού συμβολαίου de jure και όχι de facto.

Θεωρούμε, εδώ, πως η διαδικασία ολοκλήρωσης ή, καλύτερα, της συνεξέλιξης, προϋποθέτει τη συμπληρωματική σχέση μεταξύ των μερών-κρατών και των εθνικών πολιτών σε επίπεδο πολυκραταιικής συγκρότησης, με αρωγό τη νομικοκεντρομόλο πολυμέρεια ενός κοινού πλαισίου διεθνούς συμβίωσης, που ως πολιτικής πολυέργειας διαμοιρασμού δύναται να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα τους σύγχρονους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης· με γνώμονα το καλό της ανθρώπινης παγκοσμιότητας και το δίχως άλλο, με το ίδιο σθένος ενός ενσυναισθηματικά εμπλεκόμενου πολίτη του δικαίου και της ηθικής, είτε εθνικού, είτε διεθνικού, είτε κοσμοπολίτη είτε απάτριδα με συνταγματική όμως ταυτοτική ποιότητα-ιδιότητα ως μέρος ενός υπερεθνικού συνόλου.

Η Ευρώπη γεωπολιτικά είναι αναντίρρητα η ευρύτερη πατρίδα, η «πατρίδα των πατρίδων» για όσους αποδέχονται την ιδιότητα του πολίτη μίας ουσιαστικά ορισμένης επικράτειας στον γεωγραφικό χάρτη και στον χάρτη των Δικαιωμάτων. Παράλληλα, αντιμετωπίζεται και ως η επικρατέστερη πατρίδα προς αναζήτηση/υιοθέτηση με σκοπό την ευημερία, με ουδένα ius sanguinis προϋπάρχοντα δεσμό, αλλά με τη δυναμική μιας ius soli επίκτητης ιδιότητας.

Συνοψίζοντας, το «δημοκρατικό έλλειμμα» ή, αλλιώς, το «έλλειμμα αντιπροσώπευσης» αναδεικνύει πως το σύστημα διακυβέρνησης δεν είναι κατ’ ουσίαν δημοκρατικό, εφόσον και ο λόγος των πολιτών προσμετρά ως συμμετοχική βούληση μόνο σε σχέση με τον θεσμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώ παράλληλα το veto είναι μία κρατικής ισχύος θέση-υπόθεση. Η δημοκρατικότητα ως δυνατότητα αναζήτησης πολιτικών αποφάσεων με σκοπό την επίλυση κοινών ευρωπαϊκών ζητημάτων είναι αυτή που μεσολαβεί μεταξύ του πολιτικού πλαισίου και της πολιτειακής ιδιότητας των Ευρωπαίων, και όχι η δημοκρατία ως η πολιτική πραγματικότητα. Και αυτή είναι εκ των ων ουκ άνευ μία αμήχανη στιγμή για την έννοια της δημοκρατίας και των ευρωπαϊκών «μεταδημοκρατιών», ή τη γενικευμένη κρίση που παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια στις ενδο-ενωσιακές σχέσεις [13], παρότι οι πρόσφατες εξελίξεις για μία συντεταγμένη προσπάθεια συμμετοχής των πολιτών με ενεργό ρόλο εν είδει διαβουλευτικής δημοκρατίας γεννά εύλογα ερωτήματα για την (συν)εξέλιξη της Ευρωπαϊκής ταυτότητας σε θεσμικό και λειτουργικό επίπεδο.

Η Βέρα Σπυράκου είναι Διδάκτωρ Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου

Βιβλιογραφία

1. Στεφάνου, Κ. Α. και Καταπόδης, Γ. (2008) «Εισαγωγή», στο Στεφάνου Κ. Α και Καταπόδης, Γ. Οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες μετά την Αναθεώρηση της Λισσαβώνας. Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλας. Σελ. 30.
2. Μούσης, Ν. (2006). Η Ευρωπαϊκή Ένωση με ή χωρίς Σύνταγμα: απαντήσεις στα ερωτήματα των πολιτών. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση. Σελ. 74.
3. Οι Λάβδας και Χρυσοχόου για την ύπαρξη ενός ομοσπονδιακού ελλείμματος, σύμφωνα με τους Bellamy και Castiglione, επεξηγούν περαιτέρω ως εξής: «[…] προκύπτει από την αμφίδρομη σχέση μεταξύ των κεντρικών θεσμών της Ένωσης, όπως είναι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή, από τη μία πλευρά, που διεκδικούν έναν ομοσπονδιακό χαρακτήρα στους αντίστοιχους τομείς των αρμοδιοτήτων τους, και των εθνικών κυβερνήσεων, κοινοβουλίων, δικαστηρίων και γραφειοκρατιών από την άλλη, που συχνά αντικρούουν τέτοιους ισχυρισμούς». Βλ. στο Λάβδας, Κ. Α. και Χρυσοχόου, Δ. Ν. (2004), Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και Πολιτική Θεωρία: Η Πρόκληση του Ρεπουμπλικανισμού, Αθήνα: Ι. Σιδέρης. Σελ. 29, στην Εισαγωγή. Επιπροσθέτως, βλ. και το Majone, G. (Ed.). (2002). Regulating Europe. Routledge. Σελ. 61-64.
4. Από την εισαγωγή, σχετικά με τους Bellamy, R. και Castiglione, D. Η Ευρώπη ως δημοκρατία, στο Λάβδας, Κ. Α. και Χρυσοχόου, Δ. Ν. (2004), Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και Πολιτική Θεωρία: Η Πρόκληση του Ρεπουμπλικανισμού, Αθήνα: Ι. Σιδέρης. Σελ. 29.
5. Follesdal, A., & Hix, S. (2006). Why there is a democratic deficit in the EU: A response to Majone and Moravcsik. JCMS: Journal of Common Market Studies, 44(3), 533-562.
6. Τσάτσος, Δ. Θ. (2007). Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία. Για μία Ευρωπαϊκή Ένωση των Κρατών, των Λαών, των Πολιτών και του Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Πολιτισμού. Αθήνα: ΑΑ Λιβάνη.
7. Archibugi, D., & Held, D. (1995). Cosmopolitan democracy. New York: Polity Press. Σελ. 69.
8. Κανελλοπούλου-Μαλούχου, Ν. (2012), ό.π., σελ. 277-278.
9. Τσάτσος, Δ. Θ. (2007)., ό.π.
10. Η φράση είναι δάνειο από τον τίτλο του δεύτερου τμήματος στο πρώτο μέρος του βιβλίου του Dusan Sidjanski, και τη χρησιμοποιούμε εδώ ως ιδανικά εύστοχη περιγραφή της δυναμικής της Ένωσης στη διάρκεια της πολιτικής πορείας της. Βλ. Sidjanski, D. (1999). Η Ομοσπονδίωση της Ευρώπης: Δυναμική και προοπτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μετάφραση: Α. Ασέρ και Μ. Κοσίνα. Αθήνα: Παπαζήσης.
11. Sidjanski, D. (1999). Η Ομοσπονδίωση της Ευρώπης: Δυναμική και προοπτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετάφραση: Α. Ασέρ και Μ. Κοσίνα. Αθήνα: Παπαζήσης. Σελ. 158.
12. Weiler, K., & Weiler, J. H. H. (1999). The Constitution of Europe: ‘Do the new clothes have an Emperor? ‘and other essays on European integration. Cambridge University Press.

13. Για την κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τους λόγους και τις προοπτικές, καθώς και για τη συζήτηση της συνταγματοποίησης ή/και της συνταγματικότητας της Ένωσης, βλ. μεταξύ άλλων, Habermas, J. (2011). Zur Verfassung Europas: Ein Essay. Suhrkamp Verlag. Σελ. 39-61, καθώς και για την προβλεπόμενη κρίση και την αναγκαιότητα έγκαιρου επαναπροσδιορισμού το Giscard d’Estaing, V. (2015), EUROPA η Τελευταία Ευκαιρία για την Ευρώπη, μετάφραση: Ρ. Κολαίτη, Αθήνα: Παπαζήσης, αλλά και για θέσεις-αποσαφηνίσεις σχετικά με την αξιακή κρίση τα Hennette, S. και Piketty, T. και Sacriste, G. και Vauchez, A. (2017), Για μια Συνθήκη Εκδημοκρατισμού της Ευρώπης. μετάφραση: Δ. Η. Αντωνίου, Αθήνα: Πόλις και Τσούκαλης, Λ. (2016), Υπεράσπιση της Ευρώπης: Μπορεί να σωθεί το Ευρωπαϊκό Εγχείρημα και με ποια μορφή;, μετάφραση: Ρ. Γεωργιάδου, Αθήνα: Παπαδόπουλος. Σελ. 216-222.